ταξί
/taˈksi/
ουσιαστικό
Origin
Αρχαία Ελληνικά
τάξις — τάξη, διάταξη, και κατ' επέκταση η πληρωμή/φόρος
Overview
Meaning Now
- Δημόσιο επιβατικό αυτοκίνητο που μεταφέρει επιβάτες έναντι κομίστρου, συνήθως με χρήση ταξιμέτρου.
Literal older meaning
συντόμευση του ταξίμετρο
Language path
Αρχαία Ελληνικά → Γερμανικά → Νέα Ελληνικά
Earliest form
ταξίμετρο
Earliest period
20ός αιώνας
Journey
Ο όρος προέρχεται από το γερμανικό 'Taxameter', το οποίο εισήχθη στις αρχές του 20ού αιώνα για να περιγράψει τη συσκευή μέτρησης του ναύλου. Η λέξη υιοθετήθηκε διεθνώς και στην ελληνική γλώσσα καθιερώθηκε μέσω της αποκοπής της λέξης 'ταξίμετρο'.
Evolution
- Αρχαία Ελληνικά
τάξις
“διάταξη, φόρος”
Η ρίζα αφορά τη διαρρύθμιση και τη μέτρηση.
- Μεσαιωνικά Λατινικά
taxa
“φόρος, εκτίμηση αξίας”
- Γερμανικά (19ος αιώνας)
Taxameter
“μετρητής για τον υπολογισμό του ναύλου”
Σύνθετο από το taxa και το μέτρο.
- Νέα Ελληνικά (20ός αιώνας)
ταξί
“δημόσιο επιβατικό όχημα”
Αποκοπή από το ταξίμετρο.
Connections
Word parts
ταξι-
root
σχετικό με το φόρο ή το μέτρο
Related across languages
Αγγλικά
taxi
ταξί
Γαλλικά
taxi
ταξί
Explore next
Related to ταξί
External references use DefinedTerm semantics.