Skip to main content
Etymology

διαναίωση

/ði.aˈne.o.si/

ουσιαστικό

Origin

Αρχαία Ελληνικά

δια- + ναίω — διαπερνώ, διέρχομαι μέσω κατοικημένου ή διαπερατού χώρου

Overview

Meaning Now

  • Η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διαναιώ
  • Διαπέραση ή διάνοιξη διόδου μέσα από ένα υλικό ή μέσο

Literal older meaning

διά + ναιώ (από το ναίω, κατοικώ/διέρχομαι)

Language path

Αρχαία Ελληνικά → Ελληνιστική Κοινή → Νέα Ελληνικά

Earliest form

διαναίωσις

Earliest period

Ελληνιστική περίοδος

Journey

Το ρήμα 'ναίω' στην αρχαιότητα σήμαινε τόσο την κατοίκηση όσο και τη ροή, και η σύνθεσή του με το 'δια-' υποδήλωνε την ολοκληρωτική διάσχιση ενός χώρου.

Evolution

  1. Αρχαία Ελληνικά

    ναίω

    “κατοικώ, ρέω, διέρχομαι”

  2. Ελληνιστική περίοδος

    διαναίωσις

    “διέλευση”

  3. Νέα Ελληνικά

    διαναίωση

    “διάνοιξη οδού/διόδου”

Connections

Word parts

δια-

prefix

μέσω, διαπεραστικά

ναι-

root

κίνηση, κατοίκηση

-ωση

suffix

κατάληξη για ενέργεια

Related across languages

  • Σανσκριτικά

    nāvati

    ρέει

Explore next

Related to διαναίωση

Get the WordOrigin app

External references use DefinedTerm semantics.