bosco
/ˈbɔsko/
ουσιαστικό
Origin
Υστερολατινική
buscus — δάσος
Overview
Meaning Now
- δάσος ή άλσος
- εκτεταμένη δενδρώδης περιοχή
Literal older meaning
δάσος
Language path
Πρωτο-Ινδοευρωπαϊκή → Υστερολατινική → Ιταλική
Earliest form
buscus
Earliest period
8ος αιώνας
Journey
Η λέξη προέρχεται από το γερμανικό *buskaz, που εισήλθε στη λατινική γλώσσα κατά την ύστερη αρχαιότητα. Αντικατέστησε σταδιακά την κλασική λατινική λέξη 'silva' σε πολλές ρομανικές γλώσσες, αναπτύσσοντας τη σημασία του δάσους ή του ξύλου.
Evolution
- Πρωτο-Γερμανική
*buskaz
“θάμνος, θυσανωτό φυτό”
- Μεσαιωνικά Λατινικά
buscus
“δάσος, ξύλο”
υιοθετήθηκε από γερμανικές διαλέκτους
- Παλαιά Ιταλικά
bosco
“δάσος”
Connections
Word parts
bosco
root
δάσος
Related across languages
Γαλλικά
bois
ξύλο, δάσος
Αγγλικά
bush
θάμνος
Γερμανικά
Busch
θάμνος
Explore next
Related to bosco
External references use DefinedTerm semantics.