Skip to main content
Etymology

ψόρα

/ˈpso.ɾa/

ουσιαστικό

Origin

Αρχαία Ελληνική

ψήν — ξύσιμο, τρίψιμο

Overview

Meaning Now

  • Δερματική πάθηση που χαρακτηρίζεται από έντονο κνησμό και προκαλείται από ακάρεα.
  • Μεταφορικά, η κακία, η μικροπρέπεια ή ένας άνθρωπος με ευτελή και απεχθή συμπεριφορά.

Literal older meaning

αρχικά σήμαινε τη φλούδα ή το λέπι που αποκολλάται από το δέρμα λόγω ασθένειας

Language path

Πρωτοϊνδοευρωπαϊκή → Αρχαία Ελληνική → Νέα Ελληνική

Earliest form

ψώρα

Earliest period

Αρχαϊκή εποχή

Journey

Ο όρος προέρχεται από το ρήμα «ψήν» (τρίβω), καθώς το κύριο σύμπτωμα της νόσου είναι ο έντονος κνησμός που αναγκάζει τον ασθενή να τρίβει το δέρμα του. Στην αρχαιότητα, η λέξη χρησιμοποιούνταν ιατρικά για διάφορες δερματικές παθήσεις που προκαλούσαν απολέπιση.

Evolution

  1. Πρωτοϊνδοευρωπαϊκή

    *psē-

    “τρίβω”

  2. Αρχαία Ελληνική

    ψώρα

    “δερματική νόσος”

    Από το ρήμα ψήν (τρίβω), λόγω της ανάγκης για ξύσιμο.

  3. Νέα Ελληνική

    ψώρα

    “ιατρικός όρος και υβριστικός χαρακτηρισμός”

Connections

Word parts

ψωρ-

root

ρίζα που δηλώνει το ξύσιμο

-α

ending

κατάληξη θηλυκού ουσιαστικού

Related across languages

  • Αγγλικά

    psora

    ιατρικός όρος για την ψώρα

Explore next

Related to ψόρα

Get the WordOrigin app

External references use DefinedTerm semantics.